Ancient Greek · ~1 min
33. Ἀλώπηξ καὶ Βότρυς. (S. 15. C. 156. F. 5.170. B. 19.)
Aesopus Scr. Fab. et Aesopica, Fables 33. Ἀλώπηξ καὶ Βότρυς. (S. 15. C. 156. F. 5.170. B. 19.)
Not analysed yet
Ἀλώπηξ λιμώττουσα ὡς ἐθεάσατο ἐπί τινος ἀναδενδράδος βότρυας κρεμαμένους, ἠβουλήθη αὐτῶν περιγενέσθαι, καὶ οὐκ ἡδύνατο· ἀπαλλαττομένη δὲ πρὸς ἑαυτὴν εἶπεν· ,,ὄμφακές εἰσιν. “Οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ἔνιοι, τῶν πραγμάτων ἐφικέσθαι μὴ δυνάμενοι διʼ ἀσθένειαν, τοὺς καιροὺς αἰτιῶνται.