Ancient Greek
Volume 19
Galen, Linguarum seu dictionum exoletarum Hippocratis explicatio 19.149
Not analysed yet
ἰσχναίνει. δοκεῖ δὲ καὶ τὸ μακρόπνους καὶ τὸ βραχύπνους διχῶς ὡσαύτως λέγεσθαι. ὑπερτονεῖ: ὑπερτείνεται. ὑπερυδρόν: ἄγαν πλήρη τοῦ παρακεχυμένου ὕδατος. ὑπερχολήσει: πολλῆς πληρώσει χολῆς. ὑπερψύχθη: μετρίως ὑπανῆλθε τῆς πυρεκτικῆς θερμότητος. ὑπνοῦσα: ὑπνωτικῶς ἔχουσα, ὕπνῳ κοιμωμένη. ὑπολείβεται: ὑποστάζει, ὑποῤῥεῖ. ὕπομβρον: ὕφυγρον, ὑπόπυον. ὑπομύσαρα: δυσώδη καὶ ἄξια τοῦ μυσάττεσθαι. ὑπονησαμένη: ὑποκολυμβήσασα, ὑπελθοῦσα. ὑπόξηρα: ὑπόκοιλα, ταπεινότερα. ὑπόξυρος: γρυπὸς τὴν ῥῖνα, διὰ τὸ ταπεινότερα τὰ πέριξ εἶναι τοῦ ὑψώματος. ὑποξύρους: ταπεινοτέρας, προσεσταλμένας. εἴρηται δὲ ἐπὶ γαστέρων ἐν τῷ μείζονι προῤῥητικῷ. ὑπόσφαγμα: ὅλου τοῦ μέλανος τῆς σηπίας τὸ οἷον ὑπότρυγον.