Ancient Greek · ~71 min
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ ΤΩΙ ΔΕΚΑΤΩΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ.
Proclus Phil., In Platonis Rem Publicam Commentarii ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ ΤΩΙ ΔΕΚΑΤΩΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ..1
Not analysed yet
To dinar ο ν είς τρία κεφάλαια διηρητ αι' καϊ το μεν πρώτον είς ϊλεγχον τείνει της ποιητικής ως μιμητικής οϋ- οης, αλλ' ου παιδευτικής των ψυχών' το δε δεύτερον την άθανασίαν καταδεϊται της ψυχής και την προς το θείον αυτής άναφαίνει Ουγγένειαν' το δε τρίτον αυτόν παρέχεται τον μϋθον, og την πρόνοιαν δείκνυΰιν την τε δαιμυνίαν και θεία ν ολην τήν περί τάς ψυχάς κατιούβας τε είς γίνε- οιν και χωριζομένας από της γενεΰεως, τους τε τρόπους εκατερων τους πολυειδεις. τριών δε τών κεφαλαίων όντων αݲ εϋδηλον, οτι το μεν χωρίξειν ημας προτίθεται τών ύλικών εΙδώλων και άτνάγειν τών της ψευδοπαιδείας φανταΰιών ως καθελκουΰών είς τα εΰχατα τών όντων, α δη και μερικά εοτιν και μιμητά 'όντων αλλ9 ουκ αληθώς όντα, και απλώς άπάΰης της Ιπιπλάοτου ζωής' το δε μετ ίκεΐνο ταχθεν βݲ Ιπιΰτρέφει προς εαυτους και είς την οίκείαν ίπανάγει ξωην και την άθανααίαν, rjv ϊχομεν κατ ούΰίαν, και την απλό- τητα της ύποοτάΰεως ημών (και γαρ οτι άπλονν η ψυχη δείκνυται, καν φαντάξηται δια την άλογίαν ΰύνθετον, και οτι άθάνατον και ου θνητοειδες, και οτι τω θείω Ουγγενές, καν ***ως τοις ΰώμαοιν δμόξυγον) *το δε δη τρίτον γݲ Ιπιΰτρεφει μ*ν ημας, αλλ' Ιπϊ τα προ ημών και τήν Ιπι- οταΰίαν τών κρειττόνων και την πρόνοιαν και τήν ειμαρ- μεν ην τήν είς ημας καθηκουΰαν, φύαιν έχοντας άμφίβιον, άνιοϋΰαν τε καϊ κατιοϋΰαν' καϊ γαρ οί βίοι και οι κλήροι τάς καθόδους δηλοϋβιν ύπό τοΐς θεοΐς γινομένας, καϊ ot iv "Λιδου καθαίροντες ήμας η κολάζοντες δαί μονες τας μετά την γένεΰιν ζωάς ύποτάττουβι τοις κρείττοβιν. Ταυ τα μεν εατι τα κεφάλαια τοϋδε του βιβλίου, τό δε ουν πρώτον πάλιν είς τέτταρα διήρηται. πρώτον μεν γαρ αυτοϋ μέρος Ιΰτϊ το δεικνϋον, τι ποτέ έΰτι μίμημα και τις η μιμητική, τοϋτο δε έργάξεται διελόμενος, ώς άλλο μέν icίτι το καθόλου καϊ iv φυΰικοΐς καϊ iv τεχνητοϊς, αλλο δε τό μερικόν, ο δή τούτου μετέχει πρώτως, αλλο δε τό τού- του εϊδωλον μερικού μερικόν' οϊον iv μεν φυΰικοΐς τό του άνθρωπου είδος και ὁ τὶς άνθρωπος και η είκων τ ου τινός άνθρωπου, iv δε τεχνητοΐς τό είδος της κλίνης καὶ η τις κλίνη καϊ τό εοικός τγ κλίνγ. καϊ iv μεν τοις τεχνητοϊς τρεις ποιηταϊ κλίνης' ζωγράφος τοϋ μιμήματος, κλινοποιός της τινός κλίνης, θεός τοϋ είδους της κλίνης' τοϋ γαρ άεὶ όντος (τοιούτο δε τό είδος) αίτιος θεός, της df τινός κλίνης ὁ δημιουργός αύτης κατά τό είδος, τοϋ δϊ μιμήματος ὁ είδωλοποιός. iv 5έ τοις φυοικοϊς τοϋ μεν είδους αίτιος θεός, τοϋ δε τινός τυχόν 6 πατήρ, τοϋ ίέ όμοιώματος πάλιν ὁ ζωγράφος, και διελών όρίζεται μίμημα είναι τό τοϋ τινός εϊδωλον, ο ίΰτι τρίτον άπό τοϋ είδους της κλίνης, ην δε ώς αληθώς κλίνης τό είδος, αλλ' ούτε ή τϊς κλίνη —μετά γάρ τίνων αΰτη διαφορών γέγονεν τις κλίνη, άλλο τι οὗσα παρά τό εϊδος —· ούτε πολλω πλέον τό εϊδωλον αύτης' ωβτ είναι την μιμητικήν τοϋ άπό της άληθείας τρίτου δημι- ουργόν. ούδε γάρ t) τις κλίνη μίμημα τοϋ είδους, άλλα υποδοχή τις' ω καϊ δήλον οτι ού νοητόν λαμβάνει τό είδος (ην γάρ αν τοϋ νοητοϋ τό αίοθητόν μίμημα, ώς ὁ Τί- μαιος εϊπεν [p. 48e]), αλλ' iv αύτοις ον τοις τιοίν, α ίήπΐίτ. μετέχοντα τοϋ εΖόονς' ουκ άρα ή t τούτον. . . . . . . νοητοϋ μετέχει, μιμητική ονν έΰτιν ή δί]μιονργός τον τρίτον άπό της αληθείας, αλήθεια δε το είδος, άληθῶς ον και ον έβτι μόνον' διό καϊ κλίνη μόνον, άλλο δε ονδέν' άφ ὄν τρίτον τό μίμημα της κλίνης, ον μετέχον τοῦ εὶδονς τῆς κλίνης, αλλ' ωμοιωμένον προς τό μετέχον. Δεύτερον δβ μετά τοϋτο μέρος έΰτϊ τοϋ πρώτον κεφα- λαίον δεικνϋον, ώς άρα παΟα ποιητική μιμητική τις έΰτιν' καϊ δεικνύει τον τρόπον τοϋτον. οτι μεν μιμείται πας ποιη- της λόγονς καϊ k'fyya βίων ανθρωπίνων, δήλον' καϊ οτι παν- τοία, καϊ τοϋτο δήλον' οϊον στρατηγούς νομοθέτας ρήτορας τέκτονας ναυπηγούς. ονκοϋν η οϊδεν ό ποιητής καϊ αντά έκεινα, όϋα καϊ οϊα μιμείται, οίον οτρατηγείν ρητορεύειν νομοθετείν νανπηγειν' ή αύιά μεν ονκ οίδε, μιμεΐοθαι δε αντά μόνον οϊδεν δια δή τίνων ομοιωμάτων φαινομένων. αλλ' είδώς μεν ονκ αν τις ελοιτο μενειν έπϊ τοις τών χει- ρόνων ϊργοις, έαντόν άποΰτερών τών μειζόνων, εί μη παι- διας ενεκα μεταχειρίζοιτο τά είδωλα προ τών αληθινών' ονδεις γάρ αν ΰπονδάΰειεν έπϊ τοις χείροΰιν άντϊ τών άμει- νόνων, αμφότερα δννάμενος' λείπεται ονν άγνοια τών αλη- θών οπονδάζειν αν τον iv τοις μιμήμαΰιν. εί ονν πας ποιητής απονδή τά μιμήματα μέτειΰιν, τιας ό ΰπονδή τά μιμήματα μετιων ονδεν άλλο έΰτιν η μιμητής* πάς άρα ποιητής μιμητής ifaiv, εί μηδέν ϊχει τοϋ μιμεΐοθαι κάλλιον. καϊ τοντό γε ονδεν άλλο συνάγει η οτι τών ποιητών ουδείς, καθ᾿ ὅσον iouv ποιητής, πολιτικός ίΰτιν' ουδείς γάρ f. nsr. πολιτικός μιμητής έβτιν, πας δε ποιητής μιμητής. Τρίτον τοίνυν τοϋ αύτοϋ κεφαλαίου, οτι πας ποιητής ούτε ίπιστήμων εστϊν εκείνων α μιμείται ούτε όροδοξαστι- κός. τρεις γάρ είΰιν τέχναι περϊ εκαβτον' ή χρησομένη τω γινομένω ώς όργάνω, οίον χαλινω ή ιππική' ή δημιουρ- γοϋΰα, οϊον χαλινοποιική' ή μίμου μένη τον όντα χαλινόν, ώς ή γραφική, και η μεν έπιστήμων τοϋ χαλινοϋ τό τέλος είδυΐα και την χρείαν (κυριώτατον γάρ τών αιτίων τό τελικόν, δ δε τό κυριώτατον είδώς αίτιον πάντως επιστήμων, ό δε χρηΰόμενος οϊδεν τον όργάνου τό τελικόν αίτιον), ί) ίέ όρ- θήν ίχει δόξαν περί χαλινοϋ' μανθάνει γάρ ὁ χαλινοποιός, οτι τοιόνδε δει τον χαλινόν εϊναι, παρά τοϋ χρησομένου τω χαλινω, καϊ τήν αίτίαν άγνοών ποιεί τοιόνδε χαλινόν. ή δέ ζωγραφία μιμείται τό εϊδος τοϋ χαλινοϋ, βλέπουσα τό Οχημα τοϋ δημιουργηθέντος, ούτε τήν χρείαν είδνία, ώς ή χρω- μένη, ούτε τον τρόπον της ποιήσεως, ώς ή δημιονργήσασα τον χαλινόν. ούτ' άρ' ό μιμητής ίπιστήμων εστίν ούτε ὀρ- δοδοζαστικός ων μιμείται. Τέταρτον ίπϊ τούτοις, οτι λώβη τών άκονόντων έστϊν ή ποιητική, τό μεν λογιστικόν της ψυχής άγχονσα, τό δε παητικόν τρέφονσα. τοϋτο μεν γάρ έστιν φιλήδονον και φιλόλνπον' αύξει δε τό μϊν ποιοϋσα φιλόθδονον ἡ καὶ γωδία, τό δε φιλόγελων ή κωμωδία, καϊ τί δεί περί τών πολλών λέγειν; άλλα καϊ τών έπιεικών καϊ μέσων έπιτρίβει τό παθητικόν} iv ταίς άλλοτρίαις σνμφοραίς σννοικτίζεσθαι καϊ τοις άλλοτρίοις όνείδεσι σνγ γελάν ονδεν άτοπον ήγον- Misv μίνων, αλλ' ώς iv παιδιας μοίρα ταντα πραττόντων, κα- πειτα μετά σπονδής ποιονντων ταύτα δια τον εἰισμόν. εί οὗν ή ποιητική μιμητική παθῶν εστίν, ή μιμητική τών παθῶν αϋξει τό παθητικόν, ή αυξουσα τό παθητικόν εὐνο- μονμέναις πόλεσιν άνεπιτήδειος, δήλον τό σνναγόμενον. Τό μεν δή πρώτον κεφάλαιον είς ταντα διήρηται, τό δέ περί ψνχής είς δνο τέμνεται* τό μ\ν γάρ ίστιν αν τοϋ δεικνϋον άθάνατον τήν ψνχήν, τό δε τήν ποίαν ψνχήν άθάνατον δει νομίζειν διασ τέλλον. τό μεν ονν πρότερο ν διά τοιώνδε πρόεισιν λόγων' ή ψνχή ον φθείρεται νπό της ιδίας κακίας' τό μη φθειρόμενον ύπό της ίδιας κακίας άίδιόν έστιν' *kv γάρ φθείρει, τό κακόν' τό ονν νπό τοϋ μόνον δνναμένον φθείρειν μή φθειρόμενον άίδιον' ή άρα ψνχή άίδιον. καϊ ωρμηται ό λόγος άπό της αίτιας της φδαρτικής τών φθαρτών' καϊ εστίν ονχ απλώς σνλλογισμός, άλλα άπόδειξις άναιροϋσα τήν φθοράν άπ αίτιας, είς δε τήν τοϋ λόγον τοντον διάρθρωσιν πολλά διορίζεται' καϊ διαφερόντως ἓν μέν, οτι εκάστω τών φθαρτών εστίν τι κακόν, iv ζωοις, iv φντοίς, iv άψνχοις, ώς ξυλω σηπεδών, ερνσίβη φντω, όφθαλμία ζωω. ετερον δέ, οτι δει μή κατά σνμβεβηκός λαμβάνειν τό φθαρτικόν, οϊον οτι ή άδικία φθείρει, διότι ὁ άδικος διδονς δίκην σφάττεται' κατά σνμ- βεβηκός γάρ ον τω φθείρει ή αδικία' εί γάρ καθ' αυτό, πανταχοϋ αν έποίει τοϋτο καϊ iv πάσιν. τρίτον δέ, ότι μέγιστον ονκ εστι κακόν τό δανάσιμον (άπαλλαττει γάρ έαν- τοϋ τό Ιχον), άλλα τό μή άπολλϋον τό iv ω |ίστιν' καϊ τοϋτο άπ Ιννοίας ίκείνης της λεγούσης τό μή είναι έλασσον είναι κακόν τον είναι κακώς. ώστε καϊ καθ' αυτό μείζον κακόν τό ψνχής ι) τό σώματος, οϊον άδικία νόσου* τ) μεν γάρ κακννει μή άπολλϋσα, ή δε κακννασα διόλλνσι τό ἔχον αὐτήν, τούτων δὲ διοριθδέντων ἄραρεν ἡ ἀπόδειξις· ἡ γάρ ψυχή οὐ φθείρεται ὑπό τοῦ ἰδίου κάκοῦ καθ᾿ αὑτό, τό δέ μή φδειρόμενον ὑπό τοῦ ἰδίου κακοῦ καθ᾿ αὑτό ἀίδιον, ἡ ἄρα ψυχὴ ἀίδιον. καὶ γὰρ εἴ τις λέγοι τοῦ σώματος ἀπολυμένου φθείρεσθαι τὴν ψυχὴν, ἔδει τὸ σῶμα φθειρόμενον ἐμποιεῖν τῇ ψυχῇ τὴν αὐτῆς κακίαν, ἵνα φθαρῇ διὰ τὸ οἰκεῖον κακόν, ἀλλ᾿ οὐχὶ διὰ τὸ ἀλλότριον· εἰ δὲ τοῦτο, ἔδει τοῦς νοσοῦντας ἀδικωτέρους γίνεσθαι καὶ τὴν ἄλλην πᾶσαν κακίαν κακίους· ταῦτα δὲ ἄτοπα· οὐκ ἄρα διὰ τὴν σώματος φθορὰν ἡ ψυχὴ φθείροιτο ἄν. εἰ δέ τις ἀποροίη, πῶς οὖν ἡ ἐμψυχία φθείρεται διὰ τὴν τοῦ σώματος ἐν ᾧ ἐστι διάλυσιν, ἐροῦμεν, ὅτι ἡ τοῦ σώματος διάλυσις τοῦ ζῶντος, ᾗ ζῶν ἐστι, καὶ τῆς ἐμψυχίας ἐστὶν κακόν· ἐπειδήπερ ἐν ὑποκειμένοις ἐστὶν ἡ ἐμψυχία, τὸ δὲ ἐν ὑποκειμένῳ ὂν πᾶν δεῖται τῆς τοῦ ὑποκειμένου φύσεως εἰς τὸ εἶναι· εἰ οὖν τὸ εἶναι κοινὸν ἀμφοῖν, καὶ τὸ μὴ εἶναι κοινόν, καὶ τὸ αἴτιον θατέρῳ τοῦ μὴ εἶναι καθ᾿ αὑτὸ καὶ τῷ λοιπῷ γίνεται αἴτιον τοῦ μὴ εἶναι, διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν, οὐ κατὰ συμβεβηκός. εἰ δέ τις ἐπ᾿ αὐτὸ τὸ ἄλογον μεταβάς, ὅπερ ὁ Τίμαιος λέγει θνητὸν εἶδος ζωῆς [p. 69c] σαφῶς, ἀποροῖ, πῶς οὐχὶ κἀκεῖνο ἀθάνατον, ὅπερ οὐ φθείρετια ρεται ὑπὸ ἀδικίας καὶ δειλίας καὶ ἀκολασίας, μεγίστων |ὄντων κακῶν, εἴπερ μὴ θανάσιμα (τὸ γὰρ ὑπὸ τῶν μεγίστων μὴ φθειρόμενον οὐδ᾿ ὑπὸ τῶν ἐλασσόνων [ἂν] φθαρήσοιτ᾿ ἄν· ταῦτα δὲ πιστὰ διὰ τὸ τεθὲν τὸ λέγον τὸ μὴ θανάσιμον κακὸν τοῦ θανασίμου μεῖζον), ἐροῦμεν, ὅτι ταῦτα μέγιστα μὲν ἐστι κακῶν, ἀλλὰ τῶν λογικῶν, τῶν δὲ ἀλόγων τρόπον τινὰ καὶ κατὰ φύσιν ἐστί. θηριώδη γὰρ τὰ ἄλογα μόρια, τοῖς δὲ τοιούτοις κατὰ φύσιν τὸ ἀλόγως ἐνεργεῖν, λόγῳ δὲ παρὰ φύσιν (ὡς φύσει κυσὶν τὸ ὑλακτεῖν καὶ ὄνοις τὸ γαστριμαργεῖν)· εἰ δὲ τῷ ἀλόγῳ μὴ μέγιστα ταῦτα κακά, θαυμαστὸν οὐδὲν κἀκεῖνο φθείρεσθαι μετὰ τοῦ ὑποκειμένου τοῦ ἐν ᾧ ἐστι, καθάπερ τὴν ἐμψυχίαν· ὃ δὴ γίνεται τότε μόνον, ὅταν ἡ λογικὴ χωρισθῇ πάντῃ τῆς πρὸς αὐτὸ συζωΐας. εἰ δέ τις ἐπιζητεῖ, πῶς δὲ ὅλως οὐ φθείρει τὴν ψυχὴν ἡ αὐτῆς πονηρία, εἴπερ ὁρισμός ἐστιν τοῦ κακοῦ τὸ φθαρτικὸν οὗ ἐστιν κακόν, ἐροῦμεν ὅτι καὶ ἡ ἀδικία φθείρει καὶ ἡ ἀκολασία, ἀλλὰ τὰς ἐνεργείας τῆς λογικῆς ψυχῆς τὰς νοερὰς καὶ διανοητικὰς καὶ τὰς ὀρθὰς δόξας, ὥσπερ αὔξει τὰς τῶν ἀλόγων. διὰ καὶ ἐλέγομεν ἐκείναις εἶναι κατὰ φύσιν· ἐναντίως γὰρ ἔχετον ἥ τε λογικὴ ψυχὴ καὶ <ἡ> ἄλογος, καὶ τὸ τῇ ἑτέρᾳ κατὰ φύσιν τὴν λοιπὴν διατίθησιν παρὰ φύσιν. διὰ καὶ ὁ παντελὴς χωρισμὸς ἀπὸ τοῦ ἀλόγου τῆς λογικῆς ἀποσβέννυσιν τὴν ἐκείνου ζωήν. φθείρει δ᾿ οὖν τι τῶν τῆς λογικῆς τὸ ἐν αὐτῇ κακόν, καὶ οὕτω πᾶν κακὸν φθαρτικὸν οὗ ἐστι κακόν, καὶ μέχρι τοσούτου φθαρτικὸν μέχρις ὅσου κακόν. Τό μὲν οὖν πρότερον κεφάλαιον οὐτωσὶ διέθηκεν ἁ παρὼν λόγος᾿ ἐκ δὲ τούτον συνήγαγεν οἷον |πόρισμα τοιοῦτον, τάς ψνχάς μήτε πλείονς γενέσθαι μήτε ἐλάσσους. εἴτε γὰρ ἐλάσσους γίνοιντο, φθαρήσεταί τις· δέδεικται δὲ ἄφθαρτος οὖσα· εἴτε πλείους γίνοιντο, ἐκ τῶν θνητῶν ἔσονται· τοῦτο δὲ ἀδύνατον, ἵνα μὴ πάντα γένηται ἀθάνατα. πᾶν δὲ τὸ γιγνόμενον ἔκ τινος γίνεται· εἰ οὖν ἐκ τοῦ θνητοῦ τις γίγνοιτο ψυχή, γενομένη δὲ ἀθάνατος εἴη, τὸ θνητὸν ἀθάνατον ἔσται [ἡ] ψυχὴ γεγονός· ἀεὶ γὰρ γινομένων τῶν ψυχῶν δαπανηθήσεται πᾶν τὸ θνητὸν εἰς τὴν τούτων ἀθανάτων οὐσῶν γένεσιν, μὴ ἀνταποδιδομένων εἰς τὴν ἐκείνου γένεσιν. λάβοις δ᾿ ἂν ἐκ τούτων καὶ ὅτι κατ᾿ αὐτὸν πεπέρασται τῶν ψυχῶν ὁ ἀριθμός, εἴπερ οὔτε πλείους γινόμεναι οὔτε ἐλάσσους διὰ τὴν ἀθανασίαν ἔχουσι τὸν ὅρον, ἀλλ᾿ οὐ [διὰ] τὴν ἀπειρίαν. Τὸ δὲ δὴ δεύτερον ἀναγκαῖον ὑπέλαβεν διὰ τὴν ἄλογον ψυχήν. ἐπειδὴ γὰρ ψυχὴν καλοῦμεν τὴν πᾶσαν, ἀναγκαῖον ἦν διορίσαι ποίαν εἶναί φησιν τὴν ἀίδιον. τοῦτο οὖν ποιῶν τὴν λογικὴν μόνην διορίζεται τοιαύτην εἶναι (δηλοῖ δὲ λέγων [p. 611e], ὅτι τὴν ἀθανασίαν ἴδοις ἂν εἰς τὴν φιλοσοφίαν αὐτῆς βλέπων, καὶ οἵων ἐφάπτεται καὶ οἷς ἐστιν συγγενής), ἀλλ᾿ οὐχὶ τὴν πᾶσαν μετὰ τῶν παθῶν. <διὰ> ταῦτα γὰρ σαφῶς τὴν θείαν ψυχὴν ἀφελὼν ἀπὸ τῆς παθητικῆ ἐν τῷ ἀθανάτῳ τίθησιν, ἅμα καὶ τὸν ἀπὸ τῆς ὁμοιότητος τῆς πρὸς τὸ θεῖον λόγον δυνάμει παραδιδούς. Τούτῳ δὲ πάλιν τῷ κεφαλαίῳ συνῆψεν ὄντι ἀναγκαίῳ τὸν περὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαρχόντων ζῶσι τοῖς δικαίοις λόγον ἀντιστρόφως |οἷς οἱ περὶ Γλαύκωνα κατέτειναν ὑπὲρ τοῦ ἀδίκου λόγοις. ὥστε τρόπον τινὰ καὶ τοῦτο τὸ μέσον κεφάλαιον εἶναι τετραμερές· ἑκατέρῶ γὰρ τοῖν δυοῖν συνήρτηταί τι συνεισαγόμενον τῷ προηγουμένῳ. Τρίτον δὲ ἦν τοῦ βιβλίου μέρος ὁ μῦθος· διῄρηται δὲ καὶ οὗτος εἰς τέτταρα κεφάλαια. καὶ τὸ μὲν πρῶτὸν ἐστιν περὶ τῶν διαφόρων ἐν Ἅιδου λήξεων τῶν χωριζομένων ψυχῶν, ἐν ᾧ καὶ περὶ τοῦ δικαστικοῦ τόπου λέγεται καὶ περὶ αὐτῶν τῶν δικαστῶν καὶ περὶ τῆς ὑπὸ γῆς πορείας· τὸ δὲ δεύτερον περὶ τῆς τοῦ κόσμου τάξεως, ἐν ᾧ λέγεται, τίς τε ἡ τοῦ οὐρανοῦ κατασκευή, καὶ τίνες αἱ προϊστάμεναι τῆς τάξεως αὐτοῦ θεῖαι μονάδες, καὶ τίνες αἱ προσεχῶς αὐτὸν κινοῦσαι, καὶ τίνες αἱ ἐκείνων ὀπαδοὶ καὶ διαπόρθμιοι δυνάμεις· τὸ δὲ τρίτον περὶ κλήρων καὶ βίων καὶ αἱρέσων ψυχικῶν, <ἐν ᾧ> λέγεται, πῶς αἱροῦνται, τίς ὁ δαίμων, τίς ἡ ψυχή, τίς ἡ τάξις ἡ τῶν συγκλήρων, τίνες αἱ μετατάξεις αἱ ἀπὸ ἀλόγων εἰς λογικὰ ζῷα, αἱ ἀπὸ λογικῶν εἰς ἄλογα, αἱ ἀπὸ λογικῶν εἰς λογικά, αἱ ἀπὸ ἀλόγων εἰς ἄλογα· τὸ δὲ τέταρτον καὶ τελευταῖον, πῶς αἱ ψυχαὶ κατίασιν εἰς τὰ σώματα· καὶ λέγεται καὶ ἐν τούτῳ, τίς ὁ τῆς Λήθης ποταμός, τί τὸ πεδίον τῆς Λήθης, τίνες αἱ φοραὶ τῶν ψυχῶν αἱ τοῖς διᾴττουσιν ὅμοιαι, πῶς εἰσδύονται εἰς τὰ σώματα, τίς ἡ βροντή, τίς ὁ σεισμός, ἃ δὴ παρακολουθεῖν φησιν ταῖς πτώσεσιν τῶ ψυχῶν. Ταῦτα δὴ ἀναγκαῖα πάντα πρὸς τὸ δεῖξαι τὴν δικαιοσύνην μεγάλα προξενοῦσαν ἀγαθὰ |ὐγαθὰ |καὶ ἐν ταῖς λήξεσιν καὶ ἐν ταῖς δευτέραις καθόδοις εἰς τὴν γένεσιν. ὁ μὲν οὖν δικαστικὸς τόπος ἐστὶν μεταξὺ γῆς καὶ οὐρανοῦ, οὐ διότι μόνος ἐκεῖνος ἔχει δικαστάς, ἀλλ᾿ ὅτι πανταχοῦ προσήκει τοῖς δικασταῖς τὰ μέσα, τῷ νόμῳ ἐπανισοῦσι τὰ πρῶτα καὶ τὰ ἔσχατα ἀλλήλοις· ὡς ἡ μὲν πεμπάς, οὖσα μέση τῆς ἐννεάδος καὶ μονάδος, ἱερὰ λέγεται τῆς δικης. τὰ δὲ χάσματα τὰ διπλᾶ τὰ εἰς οὐρανὸν τείνοντα ἀπὸ τοῦδε τοῦ τόπου καὶ εἰς γῆν ἀναγωγά γωγά τε καὶ καταγωγὰ διπλᾶς ἐπ᾿ ἄμφω τάξεις παρίστησιν, οὐρανίας καὶ χθονίας, τῇ μὲν ἀναγωγοὺς εἰς οὐρανὸν [ἂν] ἀπὸ γενέσεως καὶ προϊσταμένας ἑτέρας γενέσεως, τῇ δὲ κολαστικὰς καὶ ὑπὸ γῆς συνωθούσας τὰς ἀξίας τῆς τίσεως, τὰς δὲ χωριζούσας ἀπ᾿ ἐκείνων τῶν τόπων καὶ εἰς γένεσιν περιαγούβας. τά δὲ δὴ σημεῖα τὰ περιαπτόμενα ταῖς δικασθείσαις ψυχαῖς τὰ μὲν ὄπισθεν τὴν γενεσιουργὸν ἐνδείκνυται ζωήν, τὰ δὲ ἔμπροσθεν τὴν νοεράν· διότι καὶ ἡ μὲν νόησις εἰς τὰ πρὸ αὐτῆς βλέπει, ἡ δὲ φύσις εἰς τὰ μετ᾿ αὐτὴν ῥέπει καὶ χαίρει τοῖς ὀπισθίοις. ὁ δὲ δὴ λει- μὼν αὐτὴν ἐνδείκνυται τὴν ἀκρότητα τῆς γενέσεως, εἰς ἣν αἱ ψυχαὶ συρρεέουσιν ἄνωθεν καὶ κάτωθεν τῆς αἱρέσεως ἕνεκα τῶν γενέσεων. ἡ δὲ χιλιέτης ὑπὸ γῆς πορεία τὴν χθονίαν περίοδον· κύβος γὰρ ἡ χιλιὰς ἀπὸ δεκάδος καὶ διὰ τοῦτο σύνθημα χθονίας ζωῆς· τὸ δὲ μυκώμενον στόμιον τάξεως δαιμονίας διοριστικῆς τῶν τε κολαστικῶν καὶ τῶν γενεσιουργῶν περιόδων, εἰς τὴν τῆς |σελήνης σειρὰν ἀνηρτημένης, ἧς καὶ ὁ μυκηθμὸς ἱερός. τὸ δὲ δὴ φῶς τὸ διῆκον δι᾿ ὅλης τῆς οὐρανοῦ περιφορᾶς αὐτὸν δηλοῖ τὸν τόπον, εἰς ὃν ἐνήδρασται ὁ οὐρανός, ὄχημα πρῶτον ὂν τῆς οὐρανίας ζωῆς. ὁ δὲ εἷς σφόνδυλος καὶ οἱ ἑπτὰ τὴν ἀπλανῆ καὶ τὰς ἑπτὰ σημαίνουσιν σφαίρας, τὰ δὲ ἄγκιστρα τοὺς πόλους, καὶ τὸν ἄξονα ἡ ἠλακάτη· διὰ καὶ ταῦτα μὲν ἐξ ἀδάμαντος ὡς ἄτρεπτα καὶ ἀδιαίρετα, οἱ δὲ σφόνδυλοι καὶ ἐξ ἄλλων γενῶν διὰ τὴν ἐκ τῶν στοικείων. ἡ δὲ αὖ Ἀνάγκη παρίστησι τὴν μίαν θεότητα τὴν προεστῶσαν τῆς εἱμαρμένης καὶ τὴν μίαν θεότητα τὴν προεστῶσαν, αὐτὴν δηλοῦσα τὴν παρὰ τοῖς θεολόγοις Θέμιν· αἱ δὲ Μοῖραι τὰς κατανειμαμένας τὴν πρόνοιαν τῆς μητρὸς Θέμιδος, καὶ ἡ μὲν Κλωθὼ τὴν ἀπλανῆ λαχοῦσα σφαῖραν, ἡ δὲ Ἄτροπος τὴν πλανωμένην, ἡ δὲ Λάχεσις τὸν ὅλον οὐρανόν. ὁ δὲ προφήτης καὶ πᾶσα ἡ κατ᾿ αὐτὸν σειρὰ τάξιν ἀγγελικὴν ἐμφαίνει μέσην τῆς τε Μοιραίας θεότητος καὶ τῆς δαιμονίας προνοίας, τῶν ψυχικῶν βίων προστάτιν. ὁ δὲ εἰληχὼς δαίμων ἐστὶν ὁ τῶν γενεσιουργῶν βίων ἔφορος, κυβερνῶν πᾶσαν ἡμῶν τὴν ἐν τῇ γενέσει πολιτείαν. οἱ δὲ αὖ κλῆροι σημαίνουσι τὴν κοσμικὴν τάξιν τὴν ἀφορίζουσαν ταῖς ψυχαῖς τοὺς ὀφειλομένους ἑκάστῃ κατὰ τὴν ἀξίαν βίους, ἧς δὲ βίοι τὰ εἴδη τῶν γενεσιουργῶν ζωῶν τῶν ἐκ τοῦ παντὸς ἀπονεμομένων ταῖς κατιούσαις ψυχαῖς, πλειόνων ἢ ἐλασσόνων· αἱ δὲ αἰρέσεις |προβολὰς λόγων κατὰ τὴν αὐτενέργητον τῶν ψυχῶν δύναμιν ἐναρμοζομένων τῇ τάξει τοῦ παντός· αἱ δὲ εἰς διάφορα ζῷα μετατάξεις ἀμείων καὶ χείρω τῆς ζωῆς ποικίλας διεξόδους κατὰ τὰς διαφόρους δυνάμεις λογικὰς ἢ ἀλόγους, τῶν ὁμοίων ἀεὶ πρὸς τὰ ὅμοια φερομένων κατὰ τὴν ἐν τῷ κόσμῳ δίκην. τὸ δὲ τῆς Λήθης πεδίον πᾶσαν δηλοῖ τὴν γένεσιν, ἐν ᾗ καὶ δαίμονές εἰσι γενεσιουργοὶ καὶ ἡ ἄλογος ζωὴ συνδεῖται ψυχαῖς· ὁ δὲ τῆς Λήθης ποταμὸς πᾶσαν τὴν ῥύσιν τῶν ἐνύλων καὶ τὸ ῥόθιον κύτος ἡμῶν, †ἀεὶ λήθης ἀναπιμπλὰς τὰς ψυχὰς Διὸς ἅμα καὶ Ποσειδῶνος ἄνωθέν τε καὶ κάτωθεν περὶ τὴν γένεσιν δημιουργίας· ἡ δὲ ἐν ννυκτὶ πτῶσις τὴν εἰς τὸ σκοτῶδες καὶ ἀφεγγὲς περιάγουσαν κατάταξιν· αἱ δὲ τοῖς διᾴττουσιν ἐοικυῖαι φοραὶ τὰς τῶν ὀχημάτων τῶν ψυχικῶν γενεσιουργοὺς φοράς, ἃ καὶ διὰ τοῦτο ἀφωμοίωται διᾴττουσιν ὡς ὁμοιότητά τινα φερόμενα πρὸς τὰ τῶν ἄστρων ὀχήματα. καὶ τέλος <ὁ> ὕπνος αὐτὴν ἐνδείκνυται τὴν πάρεσιν καὶ τὴν ἀργίαν τῆς νοερᾶς τῶν ψυχῶν χωῆς ἀπ᾿ ἐναντίας ἔχουσαν πρὸς τὴν ἄγρυπνον τοῦ νοῦ θεωρίαν. Τοσαῦτα καὶ περὶ τῶν ἐν τῷ μύθῳ δπέρματα νοημάτων ἀναγεγράφθω προκείμενα τοῖς ἐξεργάζεσθαι βουλομένοις τε καὶ δυναμένοις ἀνελίττειν.