Ancient Greek · ~5 min
46 to 51
Scholia In Euripidem, Scholia in Euripidis Hecubam (scholia vetera et scholia recentiora Thomae Magistri, Triclinii, Moschopuli et anonyma) 46-51
Not analysed yet
42. τεύξεται: ἐπιτύχῃ. Gr. λάβῃ, ἐπιτύχῃ. Fl. 21. 59. ἐπιτύχοι. 56. καὶ τεύξεται δῆλον τύχῃ τῆς τιμῆς παρὰ τῶν ἰδίων φίλων· καὶ ἔσται παρὰ τῶν ἀνδρῶν τετιμημένος. Fl. 33. ἀδώρητος: ἄνευ δώρων. Fl. 21. χωρὶς δώρων. Fl. 33. ἤγουν ἀγέραστος. Gr. φίλων: Ἀγαμέμνονος καὶ Μενελάου. Fl. 21. 43. πεπρωμένη: ἡ τύχη. Fl. 2. 17. 21. ἡ μοῖρα. Gr. ἄγει: ἐλαύνει. Gr. 44. θανεῖν: ἀποθανεῖν τὴν Πολυξένην. Fl. 17. 21. καὶ ἡ ἐμὴ ἀδελφὴ τῇδε τῇ ἡμέρᾳ θανεῖται. Fl. 33. τὴν ἐμὴν τῇδ᾿ ἡμέρᾳ: γρ. τῷδ᾿ ἐμὴν ἐν ἤματι. M. 45. δυοῖν: τοὺς δύο νεκροὺς τῶν παίδων. M. καὶ ἡ ἐμὴ μήτηρ Ἐκάβη δύω νεκρὰ σώματα τῶν δύο παίδων αὐτῆς κατόψεται, ἐμοῦ τοῦ Πολυδώρου, καὶ τῆς ἐμῆς πολυστενάκτου ἀδελφῆς Πολυξένης. Fl. 33. δυοῖν ἐπὶ γενικῆς καὶ δοτικῆς, δυεῖν δὲ ἐπὶ γενικῆς. Viteb. 46. κόρης: τῆς θυγατρός. Fl. 36. 59. 76. 47. φανήσομαι: τὸ ἑξῆς, φανήσομαι γὰρ δούλης ποδῶν πάροιθεν, ὅπως ἂν τάφου τύχω. M. ὀφθήσομαι, εὑρεθήσομαι, ἵνα τύμβου ἐγὼ ὁ ἄθλιος ἐπιτύχω. Fl. 21. ἐπιφανήσομαι, ὡς ἐκ τάφου ἐρχόμενος ὁ πολλὰ ὑπομείνας, ἵνα τύχω δηλονότι ταφῆς. Fl. 33. ὡς τάφου: ἵνα ἐνταφιασμοῦ. Gr.