Ancient Greek · ~5 min
693 to 698
Scholia In Euripidem, Scholia in Euripidis Hecubam (scholia vetera et scholia recentiora Thomae Magistri, Triclinii, Moschopuli et anonyma) 693-698
Not analysed yet
689. ἕτερα δʼ ἀφʼ ἑτέρων: μεθʼ ἕτερα εὐθὺς κατὰ διαδοχήν. Fl. 6. 9. 21. 5. 59. 76. Gr. κυρεῖ: τυγχάνει. B. M. ἐπέρχεται. B. rec. ἐντυγχάνει ἡμῖν. Gr. καταλαμβάνει ἐμὲ, ἐπιγίνεται, ἐπέρχονται. Gu. ὑπάρχει. Fl. 17. κυκλεῖ ἡμᾶς. Fl. 21. 690. ἀδάκρυτον: χωρὶς δακρύων. Gr. ἀστένακτον: χωρὶς στεναγμῶν. Gr. πρὸς μὲν τὸ ἡμέρα τὸ ἀδάκρυτος καὶ ἀστένακτος ἀποδοτέον, πρὸς δὲ τὸ ἐμὲ ἀδάκρυτον καὶ ἀστένακτον. Gu. δακρύων καὶ στεναγμῶν μὴ μετέχουσα. M. Fl. 10. 21. 33. 691. ἐπισχήσει: καταλήψεται. Gr. καταλάβῃ, κωλύσει. Gu. κατέλαβε. Fl. 59. παύσει ἢ σχήσει ἐμέ. Fl. 21. 692. δεινά: χαλεπά. Gr. Fl. 6. 9. 21. 56. 59. 76. τὸ τῆς Ἑκάβης πάθος οἰκεῖον ὁ χορὸς λογίζεται, ὡς βασιλίδος οὕσης πρόναγμῶν. σθεν αὐτῆς. Gu. 693. —695. ὦ τέκνον: ὦ τέκνον ἀθλίας μητρὸς, τίνι μόρῳ ἔθανες, τίνι τύχῃ κεῖσαι, πρὸς τίνος ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων: μόρῳ μὲν, τῷ θανάτῳ· πότμῳ δὲ, τῇ προφάσει. ἵνʼ ᾖ, ποίῳ θανάτῳ καὶ ποίᾳ προφάσει: ἢ τίς ὁ ἀνελών σε: εἰπὲ, τέκνον. I. ὦ τέκνον: ὁ λόγος πρὸς τὸν Πολύδωρον. Gr. ὡς ἐμψύχῳ τῷ σώματι προσδιαλέγεται. Gu. 695. τίνι μόρῳ: θανάτῳ, ἤγουν ποίῳ τρόπῳ θανάτου. Gr. μόρος ἀπὸ τοῦ μερίζεσθαι τὴν ψυχὴν ἀπὸ τοῦ σώματος. Gu. θνήσκεις: ἀντὶ τοῦ ἔθανες. Gr. πότμω: τύχη, ἤγουν διὰ ποίαν αἰτίαν. Gr. δυστυχίᾳ. Gu. προφάσει, δυστυχίᾳ. Fl. I0. 21. κεῖσαι: ἀποθνήσκεις. Fl. 17. ἔθανες. Fl. 21.