Ancient Greek
794.1 to 794.4
Scholia In Euripidem, Scholia in Euripidis Orestem (scholia vetera et scholia recentiora Thomae Magistri, Triclinii, Moschopuli et anonyma) 794.1-4
Not analysed yet
794. οὐκ ἄρ’ ὀκνήσεις: οὐ φοβῇ σύ. ὀκνήσεις, φοβηθήσῃ, δειλιάσεις. Fl. 6. 9. 17. 21. 33. 56. 59. 76. ὄκνος γάρ: οὐδαμῶς φοβήσομαι· φόβος γὰρ τοῖς φίλοις ὑπάρχει μέγα κακόν. I. ἕρπε νῦν: βάδιζε νῦν, πηδάλιον τῆς πορείας μου. I. συνχειραγώγει μοι. Fl. 10. οἴαξ: οἴαξ τὸ ἐν τῷ αὐχενίῳ ἐμβεβλημένον ξύλον, ὃ κατέχων ὁ κυβερνήτης τὸ αὐχένιον περιάγει καὶ συστρέφει καὶ δι’ ἐκείνου τὴν ναῦν. Α. οἴαξ καλεῖται τὸ πηδάλιον. σὺ χειραγώγει με, φησὶ, καὶ ὥσπερ πηδάλιον διίθυνέ μου τὸν πόδα. B. M. αὐχένιον, ὁδηγέ. Fl. 33. ἰθυντήρ. Fl. 10. πηδάλιον, κυβέρνησις τῆς πορείας. Gr. ὁδηγός. Gu.