Ancient Greek
49 to 296
Aristonicus of Alexandria, Περὶ Σημίων Ὀδυσσείας 49-296
Not analysed yet
49. οὗτος γὰρ ἐπίηλεν τάδε ἔργα. †)Ἀρίσταρχος ἐπεισέπεμψεν. Apoll. l. h. 73, 10. 84. περιῤῥηδὴς δὲ τραπέζῃ κάππεσε. †)ὁ Ἀρίσταρχος στροβηθεὶς περιφερὴς ἔπεσε τῇ τραπέζῃ, ὡς περικλασθῆναι περὶ αὐτήν. Apoll. l. h. 130, 9. V habet ἢ περιφερής. 89. Ὁδυσῆος ἐείσατο κυδαλίμοιο. *)[ἡ διπλῆ πρὸς τὸ σχῆμα διότι ἐλλείπει ἡ ἐπὶ καὶ πτῶσις ἤλλακται. Ὀδυσῆος ἐείσατο] ὡς ἐπὶ Ὀδυσσέα ὥρμησεν. V. cf. F. Ar. 24. 97. ἢ ἐλάσειεν φασγάνῳ. †)πλατεῖ τῷ ξίφει πλήξειεν V. cf. L. Ar. 65. ε 132. 144-45. ἔνθεν δώδεκα μὲν σάκε’ ἔξελε, τόσσα δὲ δοῦρα καὶ τόσσας κυνέας, χαλκήρεας ἱπποδασείας. †)σημείωσαι καὶ ὅτι τὸ περὶ τῶν δώδεκα σακέων καὶ τὸ ἐφεξῆς Ἀρίσταρχος ἀθετήσας κεχίακεν, ἀδύνατον εἶναι εἰπὼν τοσαῦτα βαστάσαι ἄνθρωπον. Eust. 1921, 56. 165. κεῖνος δ’ αὖτ’ ἀΐδηλος ἀνήρ. Ar. interpretatio vocabuli ἀΐδηλος in Etym. M. 41, 36 servata est: ἀΐδηλος ὁ ὀλοθρευτικός. οὐ γὰρ ἄξιος Ἀριστόνικος δηλοῦν λέγων τὸν ἀδηλοποιόν. cf. L. Ar. 3. 173. σφῶι δ’ ἀποστρέψαντε. †)ὑμεῖς οἱ δύο V. cf. ad Μ 366, ubi Zenodotus legit σφῶε et ab Ar. vituperatur. Fortasse nostro etiam loco sic scripsit. 175 (192) σειρὴν δὲ πλεκτὴν ἐξ αὐτοῦ πειρήναντε Notatus fuit ὁλοσπόνδειος στίχος cf. Λ 130. φ 15. Eust. 1923, 47. 188. ἔρυσάν τέ μιν εἴσω ||κουρίξ. †)ὁ μὲν Ἀρίσταρχος τῆς κόμης ἐπιλαβόμενοι, ὁ δὲ Κράτης κουρίξ τὸ νεανικῶς V. Vind. 56. 133. cf. Eust. 1924, 13. L. Ar. 151. Apoll. l. h. 103, 10. 258. σταθμὸν ἐϋσταθέος μεγάροιο ||βεβλήκειν. †)σημειῶδες· ἀεὶ γὰρ τὸ βάλλειν παρ’, Ὁμήρῳ ἐπὶ τοῦ τυχεῖν H. cf. L. Ar. 60. 274-76. τῶν ἄλλος μὲν σταθμὸν ἐυσταθέος μεγάροιο βεβλήκειν, ἄλλος δὲ θύρην πυκινῶς ἀραρυῖαν. ἄλλου δ’ ἐν τοίχῳ μελίη πέσε χαλκοβάρεια. †)τοὺς τρεῖς στίχους (257-259) καὶ μετ’ ὀλίγα οὕτω τίθησιν δίχα παραποιήσεως. διό τινες ὠβέλισαν ἐκείνους ὡς ταυτολογοῦντας. Eust. 1926, 18. L. Ar. 342. 278. βάλε χεῖρ’ ἐπὶ καρπῷ λίγδην. †)ξεστικῶς. ἅπαξ δὲ ἐνταῦθα καὶ ἅπαξ ἐν Ἰλιάδι (Ρ 599) ἐπιλίγδην Q. cf. Ar. ad Ρ 599. 296. ἤριπε δὲ πρηνής. *)[ἡ διπλῆ ὅτι] οὗτος ἐπ’ αὐτὴν πίπτει τὴν πληγήν. V. cf. ad Ε 68.