Ancient Greek
Poem 1
Callimachus, Iambi 1.Fol. 3 verso
Not analysed yet
καὶ τῆς Ἀμάξης ἐλέγετο σταθμήσασθαι τοὺς ἀστερίσκους, ᾗ πλέουσι Φοίνικες. εὗρεν δ’ ὁ προυσέληνο[ς] αἰσίῳ σίττῃ ἐν τοῦ Διδυμέος τὸν γέρ [ο]ντα κων ‹εί›ῳ ξύοντα τὴν γῆν καὶ γράφοντα τὸ σχῆμα τοὐξεῦρ’ ὁ φρὺξ Εὔφορβ[ος], ὅστις ἀνθρώπων τρ[ίγ]ωνα καὶ σκ [αληνὰ] πρῶτος ἔγρ[α]ψε καὶ κύκλον ἑπ[ταμήκε’, ἠδὲ νηστεύειν τῶν ἐμπνεό [ντ]ων ε[ἶπεν· οἱ δ’ ὑπήκουσαν οὐ πάντες, ἀλλ’ οὕς εἶχεν [οὕτερος δαίμων. πρὸς δή [μ]ιν ὧδ’ ἔφησε. [ἐκεῖ[νο] τοὐλόχρυσον ἐξ. [οὑμὸ[ς] πατὴρ ἐφεῖτο του[ δοῦ [ναι] τίς ὑμέων τῶν σοφ[ῶν ὀνήιστος τῶν ἑπτά· κὴγὼ σοὶ δίδωμ[’ ἀριστεῖον. [Θάλης δὲ τῷ] σκίπωνι τοὔδα[φος πλήξας [καὶ τ]ὴν ὑπήνην τὴτέρῃ [λαβῶν χειρὶ ἐξεῖ[π]ε· τὴν δόσιν μὲν [οὐκ ἀπαρνεῦμαι σὺ δ’ ἐ[ . . ]. . εῶνος μὴ λό[ Βί‹α›ς [. . . . . . . . . . ]ειλ[