Ancient Greek · ~13 min
Fragment 11
Eusebius Scr. Eccl. et Theol., De Theophania (Fragmenta) 11.1
Not analysed yet
συνηγμένων μὲν οὖν ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις τῶν ἀρχόντων τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους ἀρχιερέων τε καὶ νομοδιδασκάλων, αὐτὸς δὲ ἐν αὐτῷ τῷ ἱερῷ ποιούμενος τὰς διατριβὰς τὰ μέλλοντα αὐτοῖς κατ’ αὐτοῦ τολμασθαι καὶ τὸν ἐπὶ τῇ τόλμῃ καταληψόμενον αὐτοὺς ὄλεθρον ἐπεσκιασμένως τοῦτον τὸν τρόπον διὰ τῆς παραβολῆς προηγόρευσεν . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ἔστι δὲ ἡ παραβολὴς τῇ παρὰ τῷ προφήτῃ Ἠσαΐᾳ, παρ’ ᾧ τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον· »ἀμπελὼν ἐγενήθη τῷ ἠγαπημένῳ ἐν κέρατι ἐν τόπῳ πίονι καὶ γραγμὸν περιέθηκα καὶ ἐχαράκωσα καὶ ἐφύτευσα καὶ πύργον ἐν μέσῳ αὐτοῦ ᾠκοδόμησα καὶ προλήνιον ὤρυξα καὶ ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι σταφυλήν, ἐποίησε δὲ ἀκάνθας«. ἀλλ᾿ ἡ μὲν παρὰ τῷ προφήτῃ τὸν ἀμπελῶνα διαβέληκεν, ὃν καὶ ἡρμήωευσε τίς ποτε ἦν, εἶπών·» ὁ γὰρ ἀμπελὼν κυρίου Σαβαὼθ οἶκος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ἄνθρωπος τοῦ Ἰούσα νεόφυτον ἠγαπημένον· ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι κρίσιν, ἐποίησεν δὲ ἀνομίαν καὶ οὐ δικαιοςύνην ἀλλὰ κραυήν«. ἡ δὲ τοῦ σωτῆρος παραβολὴ εἴρηται μὲν ὁμοίως ἐκείηῃ τῇ τοῦ προφήτου, ὡς ἂν γνωρισθείη καὶ θεωρηθείη τοῖς παροῦσι καὶ ἀκροωμένοις· οὐ μὴν περὶ τοῦ ἀμπελῶνος λέλεκται, ἐπειδὴ ὁ προφήτης τὴν περὶ τούτου πρόρρησιν προλαβὼν εἰρήκει. ἅπερ δὲ τῷ προφήτῃ σεσιώπητο, ταῦτα αὐτὸς ἐν τῇ παραβολῆ τίθησιν, λέγω δὲ τὰ περὶ τῶν γεωργῶν τοῦ ἀμπελῶνος. οὗτοι δὲ ἦσαν οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἄρχοντές τε καὶ διδάσελοι. οἳ δὴ καὶ τῷ ὅλῳ πλήθει παραίτιοι γεγόνασι τῆς τῶν πονηρῶν καρπῶν ἐκφυῆς, δἰ οὓς καὶ ὁ ἀμπελὼν καταλέλειπται ἔρημος, τουτέστι τὸ πᾶν αὐτῶν ἔθνος, καὶ ὁ τούτου καθῃρέθη φραγμός, οἱ πάλαι δηλαδὴ τοῦ ἔθνους προμαχοὺῦντες καὶ τὸν λαὸν φυλάττοντες σὺν αὐτῷ τῷ τόπῶ, ὅ τε ἐν αὐτῷ πύργος αὐτὸς ὁ νεώς, καὶ ἡ ληνὸς τὸ θυσιαστήριον. ταῦτα γοῦν πάντα ἄρσην ἐκ βάθρων ἤρθη διὰ τὴν τῶν γεωργῶν μιαιφονίαν, οἳ δὴ πρώτους δούλους καὶ δευτέρους ἀποσταλέντας πρὸς αὐτούς, δηλαδὴ τοὺς κατὰ χρόνους προφήτας, ἀνεῖλον. μαρτυρεῖ τῷ λόγῳ καὶ ἡ παλαιὰ γραφὴ καὶ προφητῶν δὲ Ἠλίας ἐν εὐχῇ πρὸς τὸν θεὸν λέγων· »κύριε τοὺς προφήτας σου ἀπέκτειναν καὶ τὰ θυσιαστήσιά σου κατέσκαψαν κἀγὼ ὑπελείφθην μόνος καὶ ζητοῦσι τὴν φυχήν μου λαβεῖν αὐτήν«. ταῦτα γοῦν ὁ προφήτης τῶν ἀρχόντων τοῦ Ἰουδαίων ἔθνους διὰ τῆς εὐχῆς κατηγορεῖ, οἱ δὲ μὴ ἀρκεσθέντες τῇ κατὰ τῶν προθητῶν μιαιφονίᾳ ὕστερον καὶ αὐ- τὸν τὸν υἱόν, τουτέστι τὸν τοῦ θεοῦ υἱόν, οὐκ ἀγνοοῦντες ἀλλ᾿ εὖ μάλα καὶ ἀκριβῶς εἰδότες αὐτὸν εἶναι τὸν κληρονόμον ἀνεῖλον. Ταῦτα δὲ ὁ σωτὴρ πρὸ τοῦ πάθους περὶ ἑαυτοῦ ᾑνίττετο, προλαμβάνων τὸ μέλλν κατὰ τὴν πρόγνωσιν. Καὶ λέγει ταῦτα ἐν αὐτῷ διατρίβων τῷ ἱερῷ τοῖς κατ᾿ αὐτὸν γεβργοῖς τοῦ ἀμπελῶνος τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς διδαςάλοις καὶ τοῖς λοιποῖς τοῖς τοῦ λαοῦ προεστῶσιν, σφόδρα σαφῶς διὰ τῆς παραβολῆς αὐτοῦς καθ᾿ ἑαυτῶν τὴν ἀπόφασιν ἐξενέγκασθαι παρασκευάζων. ἐρωτᾷ μὲν δὴ αὐτοὺς ἐν τῷ τῆς παραβολῆς έλει λέγων· »ὃταν ἐλθῃ ὁ κύριος τοπυ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις«; οἱ δὲ οὒπω συνέντες ὃτι περὶ αὐτῶν εἲρηο, καθ᾿ ἑαυτῶν τὴν ψῆφον ἐξήνεγκον . . . . . . . . . . . . . . . .