Ancient Greek · ~4 min
1012 to 1016
Scholia In Euripidem, Scholia in Euripidis Hecubam (scholia vetera et scholia recentiora Thomae Magistri, Triclinii, Moschopuli et anonyma) 1012-1016
Not analysed yet
1036. ἠκούσατʼ :ἠκούσατε τὸν τοῦ Πολυμήστορος κλαυθμὸν, ὦ φίλαι; Ι. δίχοροί εἰσι νῦν αἱ γυναῖκες αἱ οὖσαι μετὰ τῆς Ἑκάβης καὶ ἄλλαι οὖσαι ἔξω τῶν σκηνῶν. Fl. 21. 1037. ὤμοι μάλʼ αὖθις: μοι λίαν αὖθις, ὦ τέκνα, ἕνεκα τῆς ἀθλίας σφαγῆς. Ι. λείπει τὸ ἕνεκεν. M. 1038. φίλαι, πέπρακται ; ὦ φίλαι, ἐνήργηται νέα κακὰ ἐντὸς τῶν δόμων. Ι. πέπρακται: ἐπράχθη, Ἀττικόν. Fl. 33. καινά: παράδοξα ἢ νέα. Gu. Fl. 17. 59. 76. 1039. ἀλλʼ οὔ τι μὴ φύγητε: ἀλλʼ οὐδαμῶς ἀποδράσητε ταχεῖ ποδὶ, ἤγουν φθάσω καὶ καταλήψομαι ὑμᾶς ταχεἱ ποδί, καὶ οὐ μὴ διαφύγητε· πλήττων γὰρ καταβαλῶ τὰ θεμέλια τῶν δόμων τούτων. Ι. λαιψηρῷ ποδί: ταχυτάτῳ. M. λαιψηρῷ: διὰ ταχείας πορείας τῶν ποδῶν. Bar. 74. Gu. 1040. βάλλων: παίων. Gu. κρούων χερμάσιν. βάλλει ἀντὶ τοῦ ἀπλῶς τοξεύει, βάλλει δὲ κατὰ σκοπὸν ἀντὶ τοῦ εὐστόχως. ἰστέον δὲ ὅτι ἐπὶ παντὸς πεμπομένως ἀμέσου ἀπὸ χειρὸς, ἢ ἐμμέσως ὀργάνῳ τινὶ τὸ βάλλειν λέγεται. Gr. Fl. 25. ἀναρρήξω: ἀνορύξω. Gr. ἀναμοχλεύσω, ἀνατρέψω, ἀνασπάσω. Bar. 74. Gu. μυχούς :στηρίγματα. M. θεμέλια. Gr. τοὺς θημελίους. Bar. 74.