Ancient Greek · ~9 min
487 to 495
Scholia In Euripidem, Scholia in Euripidis Hecubam (scholia vetera et scholia recentiora Thomae Magistri, Triclinii, Moschopuli et anonyma) 487-495
Not analysed yet
488. λέξω: εἴπω. Fl. 17. 56. 59. Gu. πότερα: ἆρα λέξω ἐφορᾶν. Fl. 6. 9. 17. 21. 50. 59. 76. Gr. ὁρᾶν: τουτέστιν ἐπισκοπεῖν τοὺς ἀνθρώπους. Fl. 17. ἐφορᾶν, διοικεῖν. M. 489. :λέξω. Fl. 59. ἢ λέξω τοῖς ἀνθρώποις ὑπόνοιαν ταύτην ψευδῆ κεκτῆσθαι δοκοῦντας εἶναι θεούς. M. δόξαν: ὑπόνοιαν. M. Fl. 10. 21. 59. δόκησιν, ὑπόληψιν. Fl. 17. δόξα σημειοῖ τρία, τὸ δόγμα, τὴν δόκησιν καὶ τὴν τύχην. Fl. 6. ἄλλως: τὸ ἄλλως καὶ τὸ μάτην ἐκ παραλλήλου. Fl. 6. 9. 21. 56. 59. 76. Gr. τήνδε: τοῦ ἐφορᾶν σε τὰ αὐτῶν. Gu. 490. ψευδῆ: ψευδῶς. Fl. 6. 9. 21. 56. 59. 76. Gr. τὸ ψευδῆ μεθερμηνευτικόν ἐστι τοῦ μάτην καὶ τοῦ ἄλλως. Gu. δοκοῦντας: ὑπολαμβάνοντας. Gu. νομίζοντας γένος εἶναι θεῶν τοὺς ἀνθρώοὕτως πους. M. Fl. 59. 21. μὴ μέντοι γε εἰναι θεοὺς τοὺς ταῦτα ἐφορῶντας καὶ διέποντας. Gu. 491. τύχην: μηκέτι δὲ σὲ, ὦ Ζεῦ, ἐφορᾶν τὰ τῶν ἀνθρώπων πράγματα, ἀλλὰ τύχην εἶναι τὴν διέπουσαν καὶ διοικοῦσαν. M. μοῖραν. Fl. 17. τυχηρόν. Fl. 59. τἀν βροτοῖς: πράγματα. Fl. 6. 9. 21. 56. 59. 76. ἐπισκοπεῖν: ἐφορᾶν. Fl. 6. 9. 17. 21. 50. 59. 76. Gr. ἐπιτηρεῖν. Fl. 59. Gu. διοικεῖν. Gu. 492. —496. οὐχ ἤδʼ ἄνασσα: ἥδε οὐκ ἦν δέσποινα τῶν πλουσίων Τρώων ἥδε οὐκ ἦν γυνὴ Πριάμου τοῦ λίαν πλουσίου; καὶ νῦν ἡ μὲν πόλις ἀνάστατος γέγονεν ὑπὸ τοῦ πολέμου, αὕτη δὲ ἡ γραῦς Ἑκάβη δεδουλωμένη καὶ παίδων ἐστερημένη κεῖται ἐν τῇ γῇ, μολύνουσα τὴν ἀθλίαν κεφαλὴν διὰ τῆς κόνιος. 1. 492. ἤδʼ: αὕτη ὑπῆρχεν. Fl. 56. ἄνασσα: βασίλισσα. Fl. 17. πολυχρύσων: εὐδαιμόνων. Fl. 17. οὐχὶ δὲ αὕτη βασιλὶς ἦν τῶν πολυχρυσοτάτων Τρώων; Fl. 33. 493. μέγ’ ὀλβίου: μεγάλως μακαρίου. Fl. 6. 9. 21. 56. 59. 76. Gr. οὐχὶ δὲ αὕτη τοῦ μεγαλοπλουσίου Πριάμου σύνοικος; Fl. 33. δάμαρ: γυνὴ, παρὰ τὸ δεδόσθαι ἀνδρί. Fl. 17. δάμαρ ἡ γυνὴ, παρὰ τὸ δεδέσθαι ἅμα τῇ ἀνδρ. Fl. 6. δάμαρ ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τοῦ δαμάζεσθαι ὑπὸ τοῦ ἀνδρὸς, ἢ ἀπὸ τοῦ γάμος γάμαρ καὶ δάμαρ. Fl. 59. 494. πόλις: ἡ Τροία. Fl. 59. ἀνέστηκεν: ἀνετράπη. Fl. 17. ἀνάστατος γέγονε τῷ πολέμῳ, ἤγουν ὑπὸ τοῦ πολέμου. Gr. ἀνετράπη, ἠφανίσθη. Gu. καὶ νῦν ἡ αὐτῆς πίλις πᾶσα ἠφάνισται 25, δοριάλωτος. Fl. 33. 495. αὕτη δέ: αὕτη δὲ δούλη καὶ ἄπαιδος καὶ γῆν τὴν ταλαίπωρον ἐπιπασομένη. Fl. 33.