Ancient Greek · ~8 min
867 to 876
Scholia In Euripidem, Scholia in Euripidis Hecubam (scholia vetera et scholia recentiora Thomae Magistri, Triclinii, Moschopuli et anonyma) 867-876
Not analysed yet
876. —879. πῶς οὖν: τί οὖν πράξεις, ὦ γραῖα: πότερα μετὰ ξίφους φονεύσεις αὐτὸν ἢ μετὰ φαρμάκων ἢ μετὰ βοηθείας τινός τίς χεὶρ καὶ ποία δύναμις ἔσται μετὰ σοῦς ; πόθεν ἔχεις τοὺς φίλους τοὺς μέλλοντας βοηθῆσαί σοι ; Fl. 59. πῶς οὖν ; τί δράσεις: κατὰ τίνα τρόπον ποιήσεις καλῶς. Gr. τὸ πῶς μὲν δηλοῖ τὸν τρόπον, τὸ δὲ τί τὸ πρᾶγμα. Gu. 877. γραίᾳ: σὺ ἡ γεραιὰ, ἢ χειρὶ γεραιᾷ. Fl. 21. ἐμφαντικὸν ἀδυναμίας. Gu. βάρβαρον: ἐμφαντικὸν δυνάμεως. Gu. 878. φαρμάκοισιν: γοητείαις. Gu. μαγείαις, ἢ δηλητηρίοις. φάρμακα γὰρ καὶ αἱ μαγεῖαι. Gr. ψωἐπικουρίᾳ :συμμαχίᾳ. B. Gu. 879. συνέσται: ποία δύναμίς σοι συμβάλλεται :M. σύμμαχος ἔσται. Gr. χείρ: τίς σοι συνυπάρξει δύναμις. Ι. δύναμις. B. Gr. βοήθεια. Gu. πόθεν: ἐκ ποίας μηχανῆς καὶ ἀφορμῆς, αἰτίας. Gu. κτήσῃ: λάβῃς. B. ἔξεις. Gr. 880. στέγαι: σκηναί. B. Gr. κεκεύθουσι: κρύπτουσι. Gr. I. ἔστι δὲ τὸ κε ἀναδίπλωσις ποιητικὴ, ὡς τὸ κεκάδονται. Gu. κεύθουσι. Fl. 33. 881. τὰς αἰχμαλώτους: ἐμφαντικὸν ἀδυναμίας. Gr. Ἑλλήνων ἄγραν: ἤγουν ἂς ἤγρευσαν ἀντὶ τοῦ ᾐχμαλώτευσαν οἱ Ἕλληνες. Gr. τὰς—ἄγραν: ἐρωτηματικόν. Gu. Fl. 21. 882. τὸν ἐμὸν φονέα: οἰκειοῦται τὸν τοῦ παιδὸς θάνατον. Gr. Fl. 17. 59. 76. τιμωρήσομαι: κολάσω. 1. φονεύσω. Fl. 59. τιμωρῶ, τὸ βοηθῶ γράφεται πάντοτε ἐνεργητικῶς, οὐ μὴν δὲ καὶ παθητικῶς· τὸ δὲ τιμωρῶ τὸ κολάζω παθητικῶς γράφεται καὶ ἐνεργητικῶς. Fl. 59. 883. καὶ πῶς: καὶ πῶς ἔσται ταῖς γυναιξὶ κράτος τῶν ἀρσένων, ἤγουν καὶ πῶς αἱ γυναῖκες κρατήσουσιν ἢ νικήσουσι τοὺς ἄνδρας: Gr. καὶ πῶς ὑπάρξει ταῖς γυναιξὶ κράτος καὶ δύναμις κατὰ τῶν ἀρσένων, ἤγουν αἱ γυναῖκες πῶς μέλλουσι φονεῦσαι ἄνδρα; Fl. 59. κράτος: ἐπικράτεια. I. νίκη, κυρίευσις. Gu. 884. δεινόν: χαλεπὸν τὸ πλῆθος καὶ σὺν δόλῳ δυσκαταγώνιστον. I. χαλεπόν. Gr. ἰσχυρόν. Gu. σὺν δόλῳ ; μετὰ δόλου. Gu. δύσμαχον :ἀκαταμάχητον. M. Gr. δυσμάχητον, δυσκαταγώνιστον. Gu. 885. δεινόν: ναὶ, ἀλήθειαν λέγεις. Gu. χαλεπόν. Gr. μέμφομαι: ψέγω. Gr. καταγινώσκω καὶ φαῦλον ἡγοῦμαι· ἀσθενὲς γὰρ καὶ μαλακόν. Gu.