Ancient Greek · ~5 min
921 to 925
Scholia In Euripidem, Scholia in Euripidis Hecubam (scholia vetera et scholia recentiora Thomae Magistri, Triclinii, Moschopuli et anonyma) 921-925
Not analysed yet
935. προσίζονσʼ :μέλλουσα προσελθεῖν. B. ἱκέτις καθίζουσα. Gr. προσκαθημένη. Gu. προσκαθίσασα τῇ Ἀρτέμιδι οὐκ ἤνυσα, φησὶ, τὸ ἐμὸν βούλημα, ὥστε μὴ ἁρπαγῆναι καὶ αἰχμαλωτισθῆναι. ἄγομαι δὲ θανόντα ἰδοῦσα τὸν ἀκοίταν τὸν ἐμὸν, ἤγουν τὸν ἄνδρα. διαλύεται δὲ τὸ προσίζουσα, οἷον, ἵζουσα πρὸς τὴν Ἄρτεμιν, ἤγονν προσκαθημένη τῇ Ἀρτέμιδι. Gr. 936. οὐκ ἤνυσʼ: οὐκ ἐτελείωσα. Gr. οὐκ ἐτέλεσά τι τῆς εὐχῆς, οὐκ ἠδυνήθην σωθῆναι. Gu. ὡς καταφυγούσης αὐτῆς εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Ἀρτέμιδος καὶ μηδὲν ὠφελησάσης. M. Fl. 10. οὐκ εὐώδωσα, οὐκ ἐτελείωσα. Fl. 6. 9. 17. 21. 56. 59. 76. 937. ἄγομαι: ἄγομαι, φησὶν, ἐπὶ τὸ πέλαγος, ἑωρακυῖα τὸν ἄνδρα μου ἀποθανόντα. B. M. I. ἰστέον δὲ ὡς καὶ τὸ ἐπεὶ νόστιμον πρὸς τὸ ἄγομαι συναπτέον τῇ ἐννοίᾳ. Gu. I. ἄγομαι: φέρομαι, ὡς αἰχμάλωτος. Gu. 939. ἀποσκοποῦσα: μακρόθεν ὁρῶσα. Gr. πόρρωθεν βλέπουσα. Gu. καὶ ἄπο καὶ μακρὰν σκοποῦσα, καὶ ἐπιτηροῦσα τὴν πόλιν. Fl. 59. ἐπεὶ καὶ πόρρωθεν ἑωρᾶτο ἡ Τροία καιομένη, οἷον ἀπὸ Χερρονήσου. B. M. Fl. 21. 940. νόστιμον: τὸν τῆς ὑποστροφῆς. Gr. ὑποστρεπτικὸν πρὸς τὸν οἶκον. Gu. τὸν τῆς ὑποστροφῆς. (Flor. 6. 9. 17. 56. 59. 76.) παλινοστοῦντα, ἐπιστρέφοντα. Fl. 21. ὀπισθόρμητον. B. Fl. 33. πόδα, τὴν τρόπιν (Flor. τροπὴν) ἢ τὴν κώπην. Gr. Fl. 6.