Ancient Greek · ~2 min
1.594 to 1.598
Suda, Suidae lexicon 1.594-598
Not analysed yet
594 Bυρϲοδέψηϲ: ϲκυτοτόμοϲ, ὁ τὰϲ βύρϲαϲ θεραπεύων. 595 Bυϲαύχην. ὁ τοὺϲ ὤμουϲ ϲυνέλκων ἐπὶ τὸν τράχηλον. 596 Βύϲϲινον: βύϲϲῳ βεβαμμένον. δέξαι βύϲϲινον εἷμα, τό τοι μετὰ παιδὸϲ ἀγαυᾶϲ ὕφανε. 597 Bυϲϲοδομοῦντεϲ: ἐκ βάθουϲ ϲκεπτόμενοι. καὶ Bύϲϲωμα. θύννων εὐκλώϲτοιο λίνου βυϲϲώμαϲι ῥόμβον φράξαντεϲ γλαυκαῖϲ ἐν παρόδοιϲ πελάγευϲ. 598 Βυϲϲόν: βάθοϲ, ὀξυτόνωϲ. βαρυτόνωϲ δὲ ϲημαίνει βαφὴν ἐκ πορφύραϲ. καὶ Βυϲϲόϲ, βυθὸϲ, παρὰ Ἡροδότῳ.