Ancient Greek · ~1 min
17. Αἲξ καὶ Αἰπόλος. (F. 203. C. 151. B. 3.)
Aesopus Scr. Fab. et Aesopica, Fables 17. Αἲξ καὶ Αἰπόλος. (F. 203. C. 151. B. 3.)
Not analysed yet
Αἶγα ἀποστᾶσαν ἀγέλης ἐπανάγειν αἰπόλος ἐπειρᾶτο πρὸς τὰς λοιπάς. Ὠς δὲ φωναῖς καὶ συριγμοῖς χρώμενος οὐδὲν μᾶλλον ἤνυεν, λίθον ἀφεὶς καὶ τοῦ κέρως τυχὼν, ἐδεῖτο τῷ δεσπότῃ μὴ κατειπεῖν. Ἡ δὲ ,,ἀνούστατε“ εἶπεν ,,αἰπόλων, τὸ κέρας κεκράξεται, κἂν ἐγὼ σιωπήσω. Οὕτως λίαν εὐήθεις οἱ τὰ πρόδηλα κρύπτειν ἐθέλοντες.