Ancient Greek
Section 21
ANONYMUS LONDINENSIS Med., Iatrica 21
Not analysed yet
[. . ]αθ[. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ]
[. . . ]σα[. . . . . . . . . . . . . . . . . . . τ]ὰς γι(νομένας)
[. . . ]λλ[. . . . . . . . . . . . . . . . . . . ]κεινεῖσθαι
[. . . ]μὴ [. . . . . . . . . . . . . . . . . . ]εν τὰ ἠρε-
μοῦ]ντ[α . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ]τοντα
[. . . ]ντ[ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ]η ἐν τοῖς
[. . ]ασ[ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ]ειλοντα
[. . . ]εν σ[. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ]ως νόσοι γί(νονται)
εν ταῦτ[α . . . . . . . . . . . . . . . ]*ἡμῖν δὲ
[. ]δηκαιαν [. . . . . . . . . . . . . ἀνθ] ρώπου αݲ
[. . . ]οι[. . . . . . . . . . . . . . ]ασεως ταυτη
[. ]δια[. . . ]ηναπ[ . . . . . . ]παθῶν αἰτιολογίας
[*συ] νέστη[κεν δὲ ὁ] ἄνθρωπος
ἐκ ψυ] χῆς καὶ σώμ[κτος. ὠ]ς δ᾿] εἰς τοῦτο ὑπο-
[τυπώ] σεως οὐ χρε[ία (ἐστίν), περ] ὶ
[ἄλλοις]ς ἀ[να]βάλλομα[ι· ἡμῖν δὲ] τοῦ
[τος μ] ελητέον, ἐπεὶ [μάλιστα]
σπου] δάζει ἡ ἰατρικ[ή. **τοῦ σ]ώματος
μ[(ὲν) ο]ὖν τὰ μ(έν) (ἐστιν) ἁπλᾶ μέρη, τὰ δὲ
ἀπλᾶ δὲ καὶ σύνθετα λαμβάνομ(εν) π(ρὸς) αἴσθησιν,
καθὼς λαὶ Ἡρόφιλος ἐπισημειοῦται
λέγων ο(ὕτως)· “λεγέσαθω δὲ τὰ φαινόμενα
π[ρ]ῶτα, καὶ εἰ μὴ (ἔστιν) πρῶτα.” ὁ μ(ὲν) γὰρ
[στρατ]ος καὶ π[ό]ρρω τοῦ ἰατρικοῦ
[νος π]ροῆλθε· ὑπέλαβεν γ(ὰρ) τὰ
σώμα]τα λόγωι θεωρητὰ (εἶναι), ὥστε
[αἰσθητ]ὴν φλέβα συνεστάναι ἐγ
θ[εωρη]τ(ῶν) σωμάτ(ων), φλεβός, ἀρτηρίας, νεύρο(υ).
ἀλλὰ τοῦ[τ]ον παραιτητέον. *ἡμῖν δὲ
; 50 λεκτέον, ὡς τῶν σωμάτ(ων) τὰ μ(ὲν) εἶναι) ἀπλᾶ
τὰ δὲ [σύ]νθετα, π(ρὸς) αἴσθησιν τούτ(ων)
**ἁπλᾶ μ(ὲν) οὖν (ἐστιν) τὰ
τὰ] κ(ατὰ) τὰς τομὰς διαιρούμενα
εἰς ὅμ[οι]α μέρη ὡς ἐγκέφαλός τε καὶ νεῦρον
καὶ ἀρτηρία <καὶ> φλὲψ καὶ τὰ
το]ν γ(άρ) τούτ(ων) καὶ ὁμοιομερές (ἐστιν)
καὶ τ[εμ]νόμενον εἰς ὅμοια χωρίζεται
μέ[ρη. **]σύνθετα δ᾿ (ἐστὶν) τὰ ἀν[ομοιο]μερῆ ἢ τὰ
κατὰ [τὰ]ς τομὰς εἰς ἀνόμοια
μεν[α] μέρη ὡς χείρ, σκέλος, κεφαλή,
ἧπαπ[ρ, πν]εύμων, ἕκαστον τ(ῶν) τοιούτ(ων)·
καὶ γὰρ [ἀνο]μοιομερῆ (ἐστιν) καὶ κ(ατὰ)
εἰς ἀ[νόμ]οι[α] χωρ[ίζετ]αι μέρη. **τ(ῶν) δ᾿ ἁπλ(ῶν)
τὰ μ[(έν) (ἐστιν) κεκερματισ]μένα, τὰ δὲ
κ[εκερματισμ(έν)α] μ(ὲν) οὖν (ἐστιν) αἷμα, χολή,
γμ[α καὶ ὅλ]ως πάντα τὰ ἐν ἡμῖν
ὁ[μοίως φῦσα], πνεῦμα, τὰ τούτοις ἐοικότα,
[ἡνωμέν]α δὲ τὸ μὴ τοιαῦτα. **τ(ῶν)
ἡνωμέν(ων)] αὐτ(ῶν) τὰ μ(ὲν) (ἐστιν)
τὰ δὲ] παχέα τε καὶ διεστηριχότα,
τὰ [δὲ οὔτε διεσ] τηριχότα
δια[τεταμέ]να. **διατεταμένα μ(ὲν) οὖν
ν[εῦρον, ἀδή]ν, ἀρτηρία, φλέψ, τὰ τούτοις