Ancient Greek
3 to 211
Aristonicus of Alexandria, Περὶ Σημίων Ὀδυσσείας 3-4-211
Not analysed yet
3. πόδες δ’ ὑπερικταίνοντο. †)Ἀρίσταρχος ἀνεπάλλοντο καὶ ἐκινοῦντο προθυμουμένης αὐτῆς βαδίζειν ταχέως, μὴ δυναμένης δὲ, ἀλλὰ κατὰ βραχὺ διὰ τὸ γῆρας. MS. Barnes. Idem Apoll. l. h. 158, 8 ubi additur: φαίνεται τοίνυν τὸ πλῆρες κατὰ Ἀρίσταρχον ἐρικταίνοντο, καὶ δῆλα τὰ τῆς ἀναγνώσεως. τῶν ἅπαξ εἰρημένων. cf. Eust. 1936, 10. L. Ar. 311. 7. ἦλθ’ Ὀδυσεὺς καὶ οἶκον ἱκάνεται. *)[ἡ διπλῆ ὅτι τὸ οἶκον ἱκάνεται] ἀντὶ τοῦ καὶ εἰς οἶκον ἱκάνει H. cf. F. Ar. 26. 64. ὕβριν ἀγασσάμενος θυμαλγέα. †)ὑπερεκπλαγείς H. cf. L. Ar. 147. 76. ἑλὼν ἐπὶ μάστακα χερσίν. *)[ἡ διπλῆ ὅτι τὸ μάστακα] νῦν τὸ στόμα, ἐν δὲ τῆ Ἰλιάδι (Ι 324) καὶ τὸ μάσημα μάστακ’ ἐπεί κε λάβῃς. HQ. cf. ad Ι 324. δ 287. 85. κατέβαιν’ ὑπερώϊα. †)ὑπερωΐων, ὡς τὸ διὰ τ’ ἔντεα καὶ μέλαν αἷμα (Κ 298). H. cf. ad Κ 298. F. Ar. 20. Eust. 1993, 10. 89. ἐν πυρὸς αὐγῇ. †)ἐν τῷ πεφωτισμένῳ τόπῳ καὶ πεφλογισμένῳ ἀπὸ τοῦ πυρός V. cf. ad Ι 206. σ 44. 91. ποτιδέγμενος εἴ τί μιν εἴποι. Fuit diple ὅτι ἡ πρὸς ἐλλείπει, ἵν’ ἦ εἴ τι προσείποι cf. F. Ar. ad Ρ 237 ubi corr. ψ 191 in ψ 91. 198. ἑρμῖν’ ἀσκήσας. †)ὁ Ἀρίσταρχός φησιν, ἑρμῖνας ἐκάλουν τοὺς πόδας τῶν κλίνων, οὗτοι δὲ ἦσαν σφηνοειδεῖς τῇ κατασκευῇ· τῶν ἅπαξ εἰρημένων. Apoll. 77, 5. HQV habent: κλίνης ποδάριον· ἕρμα γάρ ἐστι τῆς κλίνης. L. Ar. 152. 211. οἱ νῶϊν ἀγάσαντο. *)[ἡ διπλῆ ὅτι τὸ ἀγάσαντο νῦν ἀντὶ τοῦ] ἐφθόνησαν Q. L. Ar. 147. ψ 64.