Ancient Greek · ~2 min
1.2175 to 1.2183
Suda, Suidae lexicon 1.2175-2183
Not analysed yet
2175 Ἀνδροβόρων: ἀνθρωποφάγων. ἀνδροβόρων ὁμότεχνε κυνῶν, αἴλουρε κακίϲτη, τῶν Ἀκταιονίδων ἐϲϲὶ μία ϲκυλάκων. διὰ τοῦ ο μικροῦ διὰ τὸ μέτρον. 2176 Ἀνδρόγεωϲ καὶ Ἀνδρόγεων οὐδετέρωϲ. 2177 Ἀνδρόγυνοϲ: ὁ Διόνυϲοϲ, ὡϲ καὶ τὰ ἀνδρῶν ποιῶν καὶ τὰ γυναικῶν πάϲχων. ἢ ἄνανδροϲ, καὶ ἑρμαφρόδιτοϲ. καὶ Ἀνδρογύνων, ἀϲθενῶν, γυναικῶν καρδίαϲ ἐχόντων. 2178 Ἀνδρόδομοϲ: ὁ τρίκλινοϲ. 2179 Ἀνδρόκλειοϲ. 2180 Ἀνδροκλείδηϲ, ὁ τοῦ Συνεϲίου τοῦ Λυδοῦ τοῦ Φιλαδελφέωϲ υἱόϲ. οὗτοϲ δὲ ἐπὶ Πορφυρίου τοῦ φιλοϲόφου ἐδίδαϲκεν, ἐπειδὴ μέμνηται αὐτοῦ ἐν τῷ Περὶ τοῦ ἐμποδὼν τεχνολόγων. 2181 Ἀνδρόκμητοϲ: τάφοϲ. 2182 Ἀνδροκόβαλοϲ: ὁ κακοῦργοϲ. 2183 Ἀνδροκταϲιάων: ἀνδροφονιῶν.