Ancient Greek · ~2 min
1.60 to 1.67
Suda, Suidae lexicon 1.60-67
Not analysed yet
60 Ἀβουλεί: ἀβούλωϲ, ἀφρόνωϲ, ἀμαθῶϲ. ὁ δὲ οὐ ϲφόδρα ϲτοχαζόμενοϲ τῆϲ τοῦ βαϲιλέωϲ γνώμηϲ ἀβουλότατα διεπράξατο. 61 Ἀβουλεῖν: μὴ βούλεϲθαι, ἢ μὴ βουλεύεϲθαι. Πλάτων. 62 Ἀβούλητον κακόν: ἀθέλητον, ὃ οὐ θέλει τιϲ. καὶ Ἀβούλητοϲ. ὁ μἠ βουλόμενοϲ, Ἀβ ούλιτοϲ δὲ ὄνομα κύριον, διὰ τοῦ ι. 63 Ἀβουλία: ἀπαιδευϲία, ἄνοια. καὶ μωρία. 64 Ἀβούλωϲ: ἀφρόνωϲ, ἀμαθῶϲ. ϲτίχοϲ· κακῶϲ, ἀβούλωϲ, ἀφρόνωϲ, ἄνευ λόγου. 65 Ἀβ ωνοτειχίτηϲ: ὄνομα κύριον. 66 Ἄβ ωρα: ὄνομα τόπου. 67 Ἀβωριγῆνεϲ. ἔθνοϲ. Ἀβοριγῖνοι δέ.