Ancient Greek
Page 192
Origen, Commentarii in Romanos (III.5-V.7) (P. Cair. 88748 % cod. Vat. gr. 762) 192
Not analysed yet
κατάρας γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατ[ά]ρα, οὕτως ἠλευθέρωσεν ἡμᾶς πρὸς τὸ μὴ περιτέμνεσθαι ἀ[ν]αλαβὼν εἰς ἑαυτὸν τὴν περιτομήν, καὶ ὁ νόμος μὲν καὶ οἱ προφῆται ἕως Ἰωάννου ***Καὶ ἡμεῖς δ' ἂν πυθοίμεθα πῶς <ἐ>λογίσθη καὶ πότε, ἤδη πατρὶ γενομένῳ ἢ ἔτι ἀτέκνῳ τυγχάνοντι. Φανερὸν [δ]ὴ ὅτι ἔτι ἀτέκνῳ ὄντι· οὐ|δὲ γὰρ ὁ Ἰσμαὴλ ἤδη πω γεγέννητο, κα[ὶ] ὥσπερ ἐπεὶ οὐκ ἐν περ[ι]τομῇ ἦν ἀλλ' ἐν ἀκροβυστίᾳ διὰ τοῦτο ἔμελλ[εν] εἶν[α]ι [πατὴρ τ]ῶν ἐ[ν] ἀκ[ρο]β[υς]τίᾳ ἐκ πίστεως δικαιουμένων, οὕτως [καὶ] ἐπεὶ μ[. . . . . . . . . . . ἔμε]λ̣‖λεν ἔσεσθαι πατὴρ τῶν δικαιουμένων ἐκ πίστεως, [ο]ὐκ ἐκ σπέρματος [αὐ]τ̣[οῦ] τυγχανόντων· οὐ γὰρ ἐκ σπέρματος Ἀβραὰμ οἱ ἐν ἀκροβυστίᾳ κα[ὶ ἐκ] πίστεως δικαιούμενοι ***Ὅτε οὖν ἐπίστευσεν τῷ Θεῷ καὶ ἐλογίσθ[η αὐ]τῷ εἰς δικαιοσύνην, οὐδέπω ἦν Ἀβραὰμ ἀλλ' ἔτι ἦν Ἀβρὰμ καὶ Ἀβρὰμ [ἔτι] |ἀτ[έκν]ῳ τυγχάνοντι ἔτεκεν ἡ Ἀγὰρ υἱὸν οὗ ἐκάλεσεν τὸ ὄνομα ὁ πατὴρ [Ἰσμα]ή[λ, Ἀ]βραὰμ δὲ γενομένῳ ἔτεκεν ἡ Σάρρα υἱὸν εἰς τὸ γῆρας, εἰς τὸ[ν και]ρὸν καθὰ ἐλάλησεν αὐτῷ ὁ Κύριος· καὶ ἐκάλεσεν Ἀβραὰμ τὸ ὄνομα [τοῦ υἱ]οῦ αὐτοῦ τοῦ γενομέν[ου] αὐτῷ, ὃν ἔτεκεν αὐτῷ Σάρρα υἱόν, Ἰ[σαάκ ***Σ]α̣φῶς δὲ ἡ γραφὴ λέγει· ‹Ἐπ[ίστευς]εν δὲ Ἀβραὰμ τῷ Θεῷ καὶ ἐλογίσθ[η αὐτῷ] |εἰς δικαιοσύνην› και . [. . . . .] τῶν ἄλλων ἐκδό[ς]εων [. . . . . . . . .] τα ἐν τῇ Γενέσει τὸ Ἀβ[. . . .] α̣ ὠβελίσαμεν ἐπείπερ π[. . . . . . . .] . . . . . . καὶ ἐπίστευσεν τῷ Θεῷ καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ [εἰς δικαιοσύνην] ***Νομίζω δὲ τοὺς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν μὴ ἐπιστήσαντας τῇ ἀκριβείᾳ τῆς γραφῆς ἐκθέσθαι τὸ ἀπὸ τῆς Γενέσεως ῥητὸν οὐχ ὡς Παῦλος αὐτὸ ἔθηκεν ἐν τῇ ἀρχῇ· οὐκ ἂν γὰρ